Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Ένα δώρο για τους φανς μου

Σήμερα ξύπνησα και ήταν 9.30 το πρωί. Και δεν ήθελα να κοιμηθώ άλλο. Σηκώθηκα, έριξα νερό στη μούρη μου και στάθηκα και κοιτάχτηκα λίγο στον καθρέφτη. Για να ξέρεις, αυτό είναι κάτι που το κάνω σπάνια. Σιχαίνομαι να κοιτάω τη μούρη μου στον καθρέφτη. Ναι, κάποια ψυχολογικά κρύβονται πίσω από αυτό αλλά ας τ' αφήσουμε προς το παρόν.

Πήγα δίπλα, χαιρέτησα τη μαμά μου, έφαγα κάτι μικρό (εξίσου σπάνια με τον καθρέφτη τρώω και κανονικό πρωινό) και ξαναπήγα δίπλα (στο δικό μου) να... ε, δεν ξέρω να ανοίξω υπολογιστή. Τον άνοιξα αλλά απ' έξω, στα 10 εκατοστά που άφησα ανοιχτό το πατζούρι (το πρωί δεν αντέχω παραπάνω φως) έβλεπα ένα μικρό κομματάκι από ουρανό που, αν το 'χεις προσέξει, την άνοιξη κοντά στο χειμώνα και το φθινόπωρο κοντά στο καλοκαίρι είναι πιο γαλανός και τα σύννεφα φαίνονται πιο ωραία που είναι έτσι διάσπαρτα. Ντάξει, ναι συμβαίνει κι άλλες φορές αλλά τότε συμβαίνει πιο συχνά. Και είδα τον ουρανό και σκέφτηκα, ωραία εικόνα, δηλαδή δεν σκέφτηκα αυτό ακριβώς αλλά η ουσία του ήταν αυτή, και χάρηκα και είπα να βγω έξω να κάνω παρέα με κάποιον σε αυτόν τον ωραίο καιρό, στην ωραία μου πόλη, με ωραία διάθεση και χαρά.

Και βγήκα και έκανα αυτό ακριβώς.

Και μετά ξύπνησα.

Γαμώ το χριστό μου.


















Όχι ντάξει. Ορισμένες φορές συμβαίνει όντως έτσι. Ή και καλύτερα. Ή και χειρότερα αλλά λίγο. Μέχρι χτες όπως έγραψα μόλις ήμουνα -50 αλλά απ 'ο,τι φαίνεται μέχρι κι εγώ έχω κουραστεί από αυτό. Οπότε σήμερα είμαι μόνο 1 (ίδιοι αριθμοί Πουλί μου) αλλά λέω να φτάσω μέχρι και 6 (Ε Ξ Ι !) μέχρι να ξαναπέσω.

Οριακά αισιόδοξος.

Μιλάμε για τρέλες.

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Πες μου πες μου τι σκέφτεσαι για μένα τον κεφτέ

Γιατί δεν πεθαίνετε ρε;

Ωχ, σόρυ! Δεν είναι της φάσης σου; Δεν είσαι για να πέφτεις ψυχολογικά με αρνητικά συναισθηματάκια που ξεκινούν από κομπλεξάκια από ανθρωπάκια σαν και του λόγου μου;

Γιατί δεν πεθαίνετε ρε;

Ωχ, σόρυ! Σε στεναχωρεί να με βλέπεις έτσι; Λυπάμαι τόσο πολύ που σε αναγκάζω να χαλιέσαι διαβάζοντας τρεις γραμμές από την καθημερινότητα μου.

Γιατί δεν πεθαίνετε ρε;

Ωχ! Σόρυ! Σου μίλησα άσχημα στο τηλέφωνο αφού σύρθηκα στο κέντρο για να καθίσω 4,5 λεπτά και να ξαναφύγω. Συγγνώμη. Δεν θα ξανασυμβεί.

Γιατί δεν πεθαίνετε ρε;

Σορυ ρε, αλήθεια! Έπρεπε να είμαι πιο κουλ τυπάκι και να νιώθεις κι εσύ καλύτερα μαζί μου και να μην αποξενώνεσαι από τον αρνητισμό μου. Έπρεπε να σε κάνω να νιώθεις πιο χαρούμενα ακόμα κι αν το μέσα μου σαπίζει και πεθαίνει.

Γιατί δεν πεθαίνετε ρε;

Ρε, δεν ξέρω τι να πω, συγγνώμη όντως τώρα. Φυσικά και καλά κάνεις και αποφεύγεις τον ψυχισμό μου, είναι προβληματικός και δεν χρειάζεσαι άλλα προβλήματα. Μην ξεχνάμε άλλωστε πως ο,τι κι αν συνέβη έχω μεγάλο μερίδιο ευθύνης. Ποιος δεν θέλει να περνάει σκατά άλλωστε;

Γιατί δεν πεθαίνετε ρε;

Έχω ξεπεράσει κάθε όριο τώρα, το γνωρίζω. Σε καμία περίπτωση δεν είχα το δικαίωμα να νομίζω οτι δεμένος μαζί σου σημαίνει αυτό που εννοώ εγώ και όχι αυτό που εννοείς εσύ.

Γιατί δεν πεθαίνεις ρε Γιώργο;

Ναι, νομίζω αρκετά. Σταματάω εδώ γιατί όντως σε έπρηξα. Ποιος να το 'λεγε οτι δεν θα άντεχες ούτε 100 λέξεις μου να διαβάσεις. Εγώ το έλεγα αλλά δεν ήξερα τι εύχομαι.

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

Ποιος πετάει νομίσματα ρε; part 2

Και εν τέλει φτάνει. Με το που ακουμπάει το σακί στην κολώνα έξω από την είσοδο της υπηρεσίας τον προλαβαίνουν και οι αμφιβολίες. Μέχρι τότε δεν σκεφτόταν τίποτα. Και μέχρι τότε δεν είχε προσπεράσει ποτέ νόμισμα χωρίς να το σηκώσει.

"Θυμάσαι;"

Θυμάται το πρώτο ραντεβού με την υπάλληλο του. Γιατί κάθε πελάτης έχει δικό του υπάλληλο. Αυτουνού ήταν γυναίκα. Γαμώτο. Αν ήταν άντρας μπορεί και να ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Αυτό σκέφτεται τώρα και αηδιάζει με τον εαυτό του. Πόσο σιχαμένη μπορεί να είναι η ανθρώπινη φύση όταν το μόνο που χρειάζεται για να καταδικάσεις τον εαυτό σου είναι να βρεθεί απέναντι σου ένα συγκεκριμένο φύλο;

"Θέλεις να μη θυμάσαι πια;"

Μπερδεμένος, αυτή ήταν η πρώτη του αντίδραση μετά το διαφημιστικό που του έδειξε η Κυριακή. Τον έβαλε μπροστά απο μια οθόνη και έκλεισε τα φώτα. Αυτός γέλασε λίγο από μέσα του. "Με βιντεάκια θα με κάνουν να τους δώσω 1.000.000 ευρώ;" σκέφτηκε και κάθισε αναπαυτικά. Πολύ καλύτερη καρέκλα από αυτή που είχε για τον υπολογιστή του.

"Θέλεις να ζεις;"

Τρεις φράσεις άκουσε. Τρεις φράσεις είχαν σημασία. Και ήθελε, ναι. Τώρα, στεκόμενος έξω από το γραφείο της, πανέμορφης και τελείως αδιάφορης προς αυτόν, Κυριακής, καταλαβαίνει οτι δεν χάνουν το χρόνο τους σε ανθρώπους που δεν το θέλουν, που δεν το χρειάζονται. "Αλλά από την άλλη κανείς δεν το χρειάζεται". Πάλι μιλάει μόνος του.

"Οι αγαπημένες σου στιγμές ζωντανές ξανά."

Ξέρουν οι πούστηδες. Δεν ξέρει πως, δεν ξέρει γιατί πίστεψαν κατευθείαν σ' αυτόν αλλά ξέρουν. Ξέρουν πότε κάποιος έρχεται και δεν έχει άλλη επιλογή, ξέρουν πότε θα φάει τα πόδια του να βρει τα λεφτά, όχι τα λεφτά, τα νομίσματα, ξέρουν πότε έχει φτάσει στο μηδέν, ξέρουν πότε ζει από τις αναμνήσεις του και μόνο, ξέρουν τι πρέπει να του πουν για να φτάσει στην άκρη του γκρεμού και ξέρουν τι πρέπει να πάρουν για να τον σπρώξουν.

Κάνει αυτές τις σκέψεις αλλά ξέρει ήδη οτι τις κάνει τσάμπα. Θα μπει. Όσες αντιρρήσεις και να φέρει, όση λογική και να έχουν, όλα όσα μπορεί να πει για να μην μπει, όλα αυτά δεν αναιρούν το εξής απλό γεγονός: Δεν έχει επιλογή. Η εναλλακτική του είναι να επιστρέψει σπίτι και να αυτοκτονεί σιγά σιγά μπροστά στον υπολογιστή του. Ε, από αυτό το σενάριο προτιμά αυτό που έχει μπροστά του. Είναι δεν είναι αλήθεια.

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

https://www.youtube.com/watch?v=Fg09mxhljMo

Μια λέξη, τόσα γεγονότα μαζί.

Τηλέφωνα σκάνε από παντού. Η ίδια λέξη ακούγεται από τόσες διαφορετικές φωνές. Ήττα, ήττα, ήττα, ήττα, λοχαγέ. Στον χάρτη γεμίζουν κόκκινα βέλη και στίγματα. Ήττα. Φωνάζουν οι αξιωματικοί στο δωματιάκι σκόρπιες λέξεις, πρόχειρα σχέδια για να μη γίνει η κατολίσθηση χιονοστιβάδα και σαρώσει όλη τη μικρή μας επανάσταση. Ήττα.

Μάθαμε από τις σχολές και τα σεμινάρια να την περιμένουμε. Να την προβλέπουμε. Και όσο μπορούμε να την αποφεύγουμε. Τι να περιμένεις. Και αυτή εγώ την περίμενα. Τι ωφέλησε. Αριθμοί άπειροι, σχόλια, φωνές, πανικός που υπογραμμίζουν αυτό που θα έπρεπε να είχα προβλέψει. Αυτό που θα έπρεπε να είχα αποφύγει.

"Το βορειοδυτικό αντέρεισμα έπεσε και η 31η ταξιαρχία υποχωρεί στον νοτιοδυτικό προς αυτήν όγκο για κάλυψη". Ήττα.

"Το 3ο τάγμα εθνοφυλακής απέτυχε να αποκρούσει την έφοδο του εχθρού και εγκατέλειψε τις θέσεις του μετά από 2ωρη μάχη". Ήττα.

"Η 2η και η 3η μοίρα πυροβολικού δεν κατάφερε να καλύψει την τακτική υποχώρηση των τμημάτων μας και υποχρέωσε σε καθήλωση τις 13η, 6η ταξιαρχία και 12η ίλη τεθωρακισμένων". Ήττα.

Και τα νέα συνέχισαν να έρχονται. Γρήγορα. Και μετά από λίγο σταμάτησαν. Πάλι γρήγορα.

Γρήγορα το σχήμα που θύμιζε αμοιβάδα, οι προελάσεις μας, οι επεκτάσεις μας, οι προεξοχές του χάρτη, όλα, όλα, γρήγορα γυρίζουν πίσω. Όποια ανάπτυξη είχες, ό,τι θέσεις πρόλαβες να καταλάβεις, όλα ανάποδα. Γυρίζουν πίσω, όσοι έμειναν, και αγωνιούν να βρουν μια ασφαλή θέση, ένα βράχο να κρατηθούν, μια τρύπα να κρυφτούν από τις εκρήξεις.

Υποχώρηση, λοιπόν, μπροστά στην ήττα, σκύψιμο μπροστά στην ορμή του αντιπάλου. Ίσως να ξαναβγούμε από τις τρύπες μας, ίσως και όχι. Ίσως μείνουμε σκυμμένοι μέχρι να μας πυροβολήσουν το σβέρκο. Ίσως και όχι.

Υποχώρηση μπροστά στην ήττα. Μαζεύεται ο ζωτικός μας χώρος, γίνεται από μπάλα του μπάσκετ, μπάλα του τέννις, τρελομπαλάκι, κουμπί και μετά κεφαλάκι καρφίτσας. Ο λοχαγός συνεχίζει όμως να σημειώνει τις περιοχές, ακόμα κι όταν ζητήσει μολύβι αντί για μαρκαδόρο για να φαίνεται. Ήττα. Τη νιώθω να με δηλητηριάζει, να με πονάει κάπως βαθιά, ακόμα και εμένα που είμαι μια ορντινάντσα, τη νιώθω να με περιορίζει, να με κάνει να κλείνομαι στον εαυτό μου, να τραβάω πίσω τις δυνάμεις μου, να βρουν πιο σίγουρα στηρίγματα πιο κοντά σε μένα, να παίρνω πίσω τις φιλοφρονήσεις που μου έκανα, να νιώθω πως πέρασε ο καιρός αλλά δεν πέρασε στ' αλήθεια, ή μήπως πέρασε, α, αυτή η ήττα με μπερδεύει, μικρή, μεγάλη, δεν κατάλαβα καν γιατί και πως έχασα απλά ξέρω πως νιώθω σαν να έφαγα μεγάλη ήττα και αυτό με κάνει να κλείνομαι και να ονειρεύομαι μεγάλα κατορθώματα και σχέδια για να ξεχνάω την αληθινή και πέρα για πέρα πικρή ήττα που έφαγα σήμερα.

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

Ποιος πετάει νομίσματα ρε; part 1

Πήγε σπίτι, άνοιξε το τελευταίο συρτάρι στο γραφείο που είναι ο υπολογιστής και έβαλε το τελευταίο δίλεπτο στην ειδική εσοχή που υπήρχε για τα δίλεπτα. Είναι, ξέρεις, από αυτά που έχουν σε κάτι μαγαζιά που έχουν πολλά ψιλά, μια μαύρη θήκη με εσοχές που είναι για κάθε είδος νομίσματος, μονόλεπτα, δίλεπτα κλπ κλπ. Τις τελευταίες μέρες τελείωνε το τελευταίο από αυτά τα θηκάκια, του έλειπε ένα δίλεπτο το οποίο και βρήκε στην διασταύρωση εθνικής και Δυρραχίου, εκεί που έχει βρει πάμπολες φορές νομίσματα δηλαδή (ένας θεός ξέρει γιατί).

Μόλις το τοποθέτησε, συμπλήρωσε τέλεια τις στοίβες, οι οποίες ένα νόμισμα πριν έμοιαζαν τελείως ασυμμετρικές, και απέμεινε να τις κοιτάζει για κανά λεπτό. Δεν ξέρω αν συγκινήθηκε ή αν απλά ανακουφίστηκε και προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει οτι δεν θα χρειαστεί να συμπληρώσει πια κανένα νόμισμα ποτέ στη ζωή του. Αυτή πρέπει να είναι η 4542η θήκη που συμπληρώνει, σύνολο χρημάτων σε αυτές 1.000.000 ευρώ. Ακριβώς όσα χρειάζονται.

Αδειάζει τα νομίσματα σε ένα τσουβάλι το οποίο ζυγίζει πια πολύ περισσότερο απ' όσο μπορεί να σηκώσει και το δένει, Ευτυχώς είναι από σκληρό ύφασμα και μπορεί να το σύρει στο δρόμο. Κοιμάται πάνω του, όπως κάθε νύχτα τα τελευταία χρόνια. Δεν θα ρισκάρει ούτε στο ελάχιστο να χάσει την ευκαιρία του. Ξημερώνει, βάζει τα πρώτα ρούχα που βρίσκει (δεν έχει και σημασία πια) και ξεκινάει το μακρύ του σούρσιμο προς το γραφείο της λύτρωσής του.

Σκαλί σκαλί, είσοδος πολυκατοικίας, δρόμος. Σέρνεται μέσα στο καλοκαίρι, το τσουβάλι πίσω, αυτός μπροστά σαν γαιδούρι. Τραβάει, στέκεται, τραβάει, στέκεται. Κάθε φορά που μεγαλώνει ο εκνευρισμός του υπενθυμίζει στον εαυτό του πως ονειρεύεται αυτό το σούρσιμο πολλά χρόνια τώρα. Και τραβάει ξανά. Και στέκεται ξανά. Το κουδούνισμα από αστείο στην αρχή (όχι οτι μπορεί να βρει κάτι αστείο πια) σε λίγο γίνεται κουραστικό, αμέσως μετά ψυχοφθόρο και τελικά απλά αδιάφορο. "Θ' ακούσω ο,τι πρέπει να ακούσω, θα δω ο,τι πρέπει να δω" λέει χωρίς καν να καταλάβει οτι το 'πε δυνατά και συνεχίζει.

Τα χρήματα τα θέλουν σε νομίσματα. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να τον προβληματίζει. Θέλουν ένα εκατομμύριο ευρώ σε νομίσματα. Οτιδήποτε νομίσματα αλλά νομίσματα. Και αφού εξαντλήσεις τα λεφτά που έχεις, αφού τα κάνεις όλα ψιλά σε περίπτερα και σούπερ μάρκετ, το μόνο που σου μένει είναι να ψάχνεις κάτω, μέτρο το μέτρο, δρόμο το δρόμο να βρεις μονόλεπτα και δίλεπτα, δεκάλεπτα αν είσαι τυχερός και πενηντάλεπτα αν έπιασες το τζόκερ. Το αληθινά τρομαχτικό δεν είναι οτι ψάχνεις. Είσαι απελπισμένος και μόνος και ψάχνεις. Το αηδιαστικό είναι οτι βρίσκεις. Πάντα βρίσκεις. Μια φορά στις 2 μέρες βρίσκεις, μια φορά στις 3 το πολύ βρίσκεις. Και προσθέτεις. 329.355.08 συν ένα μονόλεπτο που βρήκα σήμερα 329.355.09. Πάντα βρίσκεις κάτι για να μην απελπιστείς και τα παρατήσεις.


Το τέλος του καλοκαιριού είναι το μόνο καλό τέλος

Σιχαίνομαι του ανθρώπους που τους αρέσουν τα καλοκαίρια. Δηλαδή, χριστέ μου, πόσο χρονών είσαι; "Μ' αρέσουν οι διακοπές και ο ήλιος". Είσαι βλάκας και πέθανε.

Ναι, ναι, ναι. Βαρετός και ίδιος μέχρι να γίνω όντως 35 (να μη φαίνομαι μόνο). Κανένα πρόβλημα. Αλήθεια. Γιατί; Μέχρι τώρα που ΕΙΧΑ πρόβλημα και στεναχωριόμουνα που με θεωρούσανε βαρετό κλπ κλπ κέρδισα τίποτα; Σίγουρα όχι. Μέχρι τώρα που προσπαθούσα να απαντάω κάτι διαφορετικό από σκατά στο τι κάνεις κέρδισα κάτι; Όχι. Και μέχρι τώρα που προσπαθούσα να περιορίσω τη γκρίνια μου (όπως τη λές) κέρδισα κάτι; Μόνο νεύρα που δεν μ' αφήνετε να εκφραστώ σωστά.

Στο διάολο λοιπόν το αν με βαριέσαι. Στο διάολο αν πιστεύεις οτι γκρινιάζω και δεν θες να με ακούς. Και που με ακούς (ή κάνεις οτι μ' ακούς) τι; Με βοηθάς; Όχι,τ' αντίθετο μάλιστα, με κάνεις να νιώθω ένοχος που δεν είμαι χαρούμενος κι ευτυχισμένος. Στο διάολο λοιπόν.

Και στο διάολο το καλοκαίρι. Μαλάκα μου σιχαίνομαι τον ήλιο και τη ζέστη και ακόμα σε γαμάω στους ολυμπιακούς στην παραλία μας. Φαντάσου να μου άρεσε κιόλας. Άχρηστε.

Είμαι σίγουρος πως κάπου θα υπάρχει κάποιος που θα έχει υπομονή να με ακούσει. Κι αν δεν υπάρχει στο διάολο όλοι. Κι αν διαφωνείς στο διάολο κι εσύ. Τι περιμένουμε δηλαδή; Να κουραστώ να γκρινιάζω για τη σκατά ζωή μου; Αυτό θα γίνει μόνο όταν σταματήσει να είναι σκατά.

Μ ό ν ο   τ ό τ ε.

Κι αν είναι αλήθεια οτι ανάσα την ανάσα πεθαίνεις τότε ανάσα την ανάσα πεθαίνω και ανάσα την ανάσα στεναχωριέμαι. Κάποιοι δεν άντεξαν και δεν αντέχουν αυτό τον τρόπο σκέψης. Αυτοί οι άνθρωποι έφυγαν. Εγώ δεν αντέχω αυτόν τον τρόπο σκέψης. Κι εγώ θα φύγω όμως. Απλά όχι τόσο γρήγορα.

Ε, όπως φαντάζεσαι λοιπόν το πόιντ μου ήταν να τα πω για να ξεθυμάνω, αύριο πάλι θα συζητάω για το πόσο χρειάζομαι φίλους και έρωτα και λοιπά. Είναι τρομακτικό που αποκτά μόνιμη υπόσταση η δυστυχία στο μυαλό μου. Σε λίγο θα έχω όντως τα φόντα να ξεφύγω από αυτή και δεν θα καταφέρω να το κάνω. Θα είναι τρομερό.

Μην ανησυχείς. Θα τα διαβάσεις όλα στο μπλογκ μου!

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

βέρι ντίσκο

Τέρμα οι χαρές, κούρασες.

Μετριούνται οι ώρες που περνάω στο κρεβάτι χωρίς να κοιμάμαι; Σίγουρα. Αν κάτσω να μετρήσω όμως τις ώρες που περνάνε ενώ θέλω να κάνω κάτι άλλο από αυτό που κάνω, τότε θα είναι αμέτρητες. Ήδη ξενέρωσα και ξαναεθουσιάστηκα και ξαναξενέρωσα για όλα όσα υπάρχουν στο πρόγραμμα μου.

Για τα ποιήματα της Φαίδρας
Για το πάρτυ μας
Για τη Μαίρη μου
Για τη σειρά που θα γυρίσουμε με την Ελένη
Για το ραπ πάρτυ μας
Για όλα

οοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοολα.

Νομίζω πάλι πως θέλω να κάνω εμετό. Δεν είναι αηδία. Είναι οτι αυτό το είδος σκέψης πραγματικά να έχει αντίκτυπο στο στομάχι μου. Και θέλω να κάνω εμετό. Θέλω να κάνω εμετό εμετό και μετά να σκουπίσω το στόμα μου και να ρουφήξω τα υγρά από τα δόντια μου που θα είναι θεόπικρα (μα δεν υπάρχει θεός χα) και να τα καταπιώ και να μου ξαναέρθει εμετός και να τον πνίξω και μετά από τα νεύρα μου που τον έπνιξα να τρέξω και να μην πονάει το πόδι μου και να πιαστεί η ανάσα μου τόσο που να πονάνε τα πνευμόνια μου και να μου ξανάρθει εμετός και τότε δεν θα τον κρατήσω γιατί λαχανιασμένος να κάνεις εμετό είναι πολύ δύσκολο και θα κάνω αλλά θα θέλω να πάρω ανάσα κι έτσι θα πνιγώ στον εμετό μου και θα βήχω επειδή θα έχει πάει οξύ στα πνευμόνια μου και ίσως πεθάνω αλλά άμα δεν πεθάνω θα ξερνάω και από το στομάχι και από τα πνευμόνια και τότε σίγουρα δεν θα αρέσω στην Αφροδίτη που θα είμαι ένα σκουλίκι που ξερνάει οξέα και μισοχωνεμένα φαγητά και ουρλιάζει.