Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Νομίζω θα κάνω εμετό




Δεν μου ‘χεις πει τόσα χρόνια αν έχεις μετανιώσει,
όταν τριγύρναγες σε φίλους για δικά μου δανεικά.

Είμαι φτωχός. Έτσι νομίζω. Όχι δεν εννοώ κάτι μεταφορικό και μυστικιστικό. Είμαι φτωχός. Δεν έχω λεφτά. Τόσο απλό. Δεν πεινάω ακόμα αρκετά για να σας πω ότι είμαι εξαθλιωμένος. Όχι ακόμα. Μέρα τη μέρα η ζωή μου γίνεται όλο και πιο φτωχή. Υλικά φτωχή, ναι. Και όποιος πει ότι με τα λεφτά δεν έρχεται η ευτυχία είναι εντελώς ασήμαντος. Αλλά δεν θέλω να καταλήξω εκεί.

Οι φίλοι μου, στο 90% τους, είναι πιο ευκατάστατοι από μένα. Δεν είμαι σίγουρος αν τους ζηλεύω. Νομίζω όχι. Δηλαδή, σίγουρα ζηλεύω να έχω παραπάνω λεφτά να πηγαίνω σινεμά χωρίς να το σκέφτομαι δεύτερη φορά αλλά ντάξει, σιγά, αυτό δεν είναι πραγματική ζήλεια. Δεν τους ζηλεύω αλλά μου τη σπάνε πάρα πολύ. Όχι επειδή έχουν πιο πολλά λεφτά από μένα. Αλήθεια το λέω, τα λεφτά είναι όντως ασήμαντα για μένα. Μπορώ να είμαι φτωχός, και πιο φτωχός απ’ ότι τώρα, δεν φοβάμαι τη φτώχεια.

Φοβάμαι την ασυνειδησία. Φοβάμαι την αδιαφορία. Φοβάμαι τον αποκλεισμό.

Φοβάμαι γιατί με έχεις γραμμένο. Με έχεις γραμμένο. Και φοβάμαι, όχι γιατί θέλω την προσοχή σου, την αγάπη σου. Δεν τα θέλω αυτά. Ναι, μ’ αγαπάς, είμαστε όλοι άνθρωποι και αγαπιόμαστε πολύ πολύ και τα λοιπά. Όταν ο από κάτω σου διεκδικεί, ναι, σίγουρα τον αγαπάς. Μη σου πω του δίνεις και δίκιο. Τίποτ’ άλλο του δίνεις; Τίποτ’ άλλο πέρα από τη συμπάθεια μου δίνεις; Γιατί αυτή είναι τσάμπα. Αυτή τη δίνεις απλόχερα όσο δεν χρειάζεται να θυσιάσεις κάτι. Όσο δεν θυσιάζεις κάτι, τότε δίνεις απλόχερα. Τότε δίνουμε όλοι απλόχερα. Αυτό δεν είναι βοήθεια, αυτό δεν είναι στήριξη.

Αυτό είναι κατάντια. Και είναι σίχαμα. Και είναι αηδία.

Αηδιάζω. Όπως προείπα, είμαι φτωχός. Δεν έχω για δεδομένα τα (τόσο ανάξια) υλικά αγαθά. Δεν έχω για δεδομένο ούτε το κινητό μου, ούτε το γιατρό μου, ούτε τη δουλειά μου, ούτε τη διασκέδαση μου, ούτε το φαγητό μου, ούτε καν το σπίτι μου. Είμαι φτωχός και ακούγεται τόσο γραφικό να λες αυτή τη φράση που την επαναλαμβάνω για να πάρει υπόσταση, να μην είναι πια μια χαζοφράση που δεν σημαίνει τίποτα. Η φτώχεια υπάρχει και δεν αφορά μόνο αυτούς που δεν έχουν να φάνε. Αφορά αυτούς που δεν έχουν αυτά που δικαιούνται, αυτά που έχουν ανάγκη. Αυτά που έχουν ανάγκη σαν άνθρωποι όμως, όχι σα ζώα που γεννήθηκαν για να δουλεύουν για να μπορούν άλλοι άνθρωποι να ζουν καλύτερα. Τα ζώα θέλουν φαγητό, μια φωλιά, ρούχα ή γούνα να μην κρυώνουν άντε και λίγη παρέα. Αν έχεις αυτά είσαι ευκατάστατος; Δεν είσαι φτωχός; Ή μήπως πρέπει να βάλουμε τους ανθρώπους σε κατάταξη; Εσύ είσαι πολύ φτωχός γιατί τα ρούχα σου έχουν λιώσει, εσύ είσαι πάρα πολύ φτωχός γιατί κοιμάσαι στο δρόμο, εσύ έχεις φάει σήμερα, είσαι λιγότερο φτωχός, εσύ που δεν τρως και πεθαίνεις, άντε, εσύ είσαι φουλ τάιμ φτωχός.

Αηδιάζω. Αηδιάζω. Αηδιάζω να βγαίνω από το σπίτι και να βλέπω ανθρώπους. Αηδιάζω γιατί είναι φτωχοί. Όλοι τους. Και δεν το παραδέχονται. Δεν θέλουν να παραδεχτούν κάτι τέτοιο. Ντρέπονται ίσως. Με αηδιάζουν. Με αηδιάζουν πολύ. Παίρνουν το λεωφορείο σαν λύση ανάγκης, νιώθουν σα να κάνουν θυσία. Πηγαίνουν σε δημόσιο νοσοκομείο και σιχαίνονται. Ταξιδεύουν με το τρένο και γκρινιάζουν. Ψωνίζουν από τα Lidl και ντρέπονται. Παίρνουν τα ρούχα τους από παζάρια και το κρύβουν. Δεν έχουν λεφτά να βγουν και λένε δικαιολογίες. Αργούν και αγχώνονται να ξεπληρώσουν δάνεια και νιώθουν ένοχοι.

Αηδία. Αηδία. Αηδία. Αηδία. Αηδία. Αηδία.

Δεν έχουν σκεφτεί ποτέ να διεκδικήσουν καλύτερη ζωή. Μόνο να γλείψουν, να ψάξουν τη μια στις χίλιες ευκαιρία, να τους κάτσει η καλή, να πετάξουν μαύρη πέτρα πίσω τους, πίσω στους άλλους 999 που περιμένουν, και να τους δώσουν συμπάθεια μετά, να τους δώσουν κουράγιο, να τους προτρέψουν να ψάξουν κι αυτοί μια τέτοια ευκαιρία, μια τέτοια διέξοδο ώστε να μπορούν μετά να κοροϊδεύουν κι αυτοί με τη σειρά τους.

Τους σιχαίνομαι. Τους φοβάμαι, αλλά τους σιχαίνομαι πιο πολύ. Τους σιχαίνομαι βαθιά βαθιά βαθιά μέσα μου.

Σιχαίνομαι τους φοβιτσιάρηδες.

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

http://www.youtube.com/watch?v=bUydnU4pvs4




Δεν υπάρχουν πουθενά αναγκαιότητες, παντού υπάρχουν δυνατότητες. Ο άνθρωπος, ως κύριος των δυνατοτήτων αυτών, είναι αυτός που αποφασίζει για την αξιοποίηση τους. Η άποψη αυτή, με την αναστροφή που συνεπάγεται, βάζει σε πρώτη μοίρα τον άνθρωπο και όχι πλέον τη γη, την επίδραση του κλίματος ή τις καθοριστικές συνθήκες που ισχύουν σε κάθε περιοχή.[1]

Ο σοσιαλισμός σαν εργαλείο ανύψωσης, ο άνθρωπος του στο προσκήνιο.

Αν ο άνθρωπος γεννήθηκε με το χάρισμα της δημιουργικότητας, γιατί πρέπει να το αφήσει να σκουριάσει, γιατί να αφήσει το κοφτερό του μαχαίρι αχρησιμοποίητο αντί να κλέψει από όλους τους φανταστικούς του κόσμους;

Μου φαίνεται πως κανείς δεν περιμένει πια. Γιατί κανείς δεν παίζει κνίφελ πια. Και μαζεύω ζάρια τσάμπα.

Μου φαίνεται πως κανείς δε ρισκάρει. Όχι πια, γενικώς. Πρότεινα περιπέτειες που μόνο τις διαβάζουμε. Και μου απάντησαν πως είναι μόνο για διάβασμα. Και τους ρώτησα αν φοβούνται. Και δεν μου απάντησαν ευθέως. Τους είπα πως κι εγώ φοβάμαι για να καλύψω όλες τις περιπτώσεις. Και πάλι δεν μου απάντησαν.

Πίσω από την ακαταλαβίστικη γλώσσα κρύβεται κάτι πολύ απλό. Ήθελα να ζήσω μια περιπέτεια με παρέα και τελικά θα τη ζήσω μόνος μου. Και μάλλον δεν θα τη ζήσω καν. Ίσως αν περάσει λίγος καιρός να αποφασίσω ότι δεν την ήθελα κιόλας. Αυτό θα μας βολέψει όλους.

Αλλά αυτά δεν έχουν σχέση γιατί εγώ ένα κνίφελ ήθελα να παίξω αλλά το κνίφελ είναι το παιχνίδι αυτών που περιμένουν. Κι εγώ δεν περίμενα τίποτα.

Είπα να κάνω κάτι, γιατί είπα να κάνω κάτι. Και είπα να φτιάξω κάτι επειδή σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραίο. Αυτό θέλω να κάνω. Να φτιάξω κάτι ωραίο και να χαίρομαι βλέποντας το. Τι είναι το ωραίο; Τι εννοώ; Γιατί δεν εξηγώ; Γιατί είναι κουραστικό αυτό το παραγραφάκι; Μήπως επειδή είμαι κουρασμένος εγώ; Μήπως επειδή είστε κουρασμένοι εσείς; Μήπως επειδή άντε γαμηθείτε; Μήπως επειδή δε διάβασα καλά για αύριο που γράφω ένα κακό μάθημα και το βαριέμαι; Γιατί δε διάβασα; Γιατί έχασε ο ΔΣΕ; Γιατί γράφω πάντα για το ΔΣΕ; Γιατί μ’ αρέσει ο ΔΣΕ; Γιατί δεν σ’ αρέσει εσένα; Θα μπορούσες να διαφωνήσεις μαζί μου και θα μπορούσα να σε σκοτώσω απλά για να απλοποιήσω τα πράγματα. Γιατί είμαι τέτοιος; Γιατί νομίζεις ότι θα γίνω κακός; Γιατί νομίζεις ότι είμαι κακός; Γιατί είμαι κακός; Γιατί σε νοιάζει; Γιατί δε σε νοιάζει; Γιατί δε μ’ αφήνεις ήσυχο; Γιατί μ’ άφησες ήσυχο; Γιατί δε μ’ αφήνω ήσυχο; Γιατί δε σταματάω να ρωτάω; Γιατί δε μου απαντάει κανείς; Γιατί δεν θέλω απάντηση; Γιατί συνεχίζεις να διαβάζεις; Γιατί συνεχίζω να γράφω;

Γιατί βαριέμαι να διαβάσω. Κάποιες φορές είναι τόσο απλό.


[1] L. Febver, Ιστορικός