Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Για την 28η Οκτωβρίου και ο,τι αυτή συνεπάγεται.



Είναι η εποχή που όλοι έχουν μια δουλειά να κάνουν, μου φαίνεται. Αλλά τα χέρια που δουλεύουν είναι ευτυχισμένα χέρια που λέει και ο σοφός,…………………………., λαός.

Μπορείς να πεις ότι είμαι άνθρωπος της μέσης λύσης.  Μπορείς να το πεις. Πες το. Ίσως δεν ήμουν αρκετά αστείος. Ίσως δεν είχε κάρτα. Ίσως και τα δύο. Δεν πρόκειται να τη ρωτήσω όμως γιατί θα είναι πολύ κλαψιάρικο. Και δε με νοιάζει στο κάτω κάτω, έτσι;

Εγώ αγάπη μου, δεν θα σου πω τι να κάνεις. Δεν είμαι τέτοιος εγώ. Δεν μ’ αρέσει να λέω στους άλλους τι να κάνουνε(ντάξει ας μην το σχολιάσει κανείς αυτό). Αλλά προσπαθώ να μην το κάνω τέλος πάντων. Αλλά θέλω να κάνουνε κάποιοι, κάποια, κάπως. Δεν πρέπει να τους το πεις όμως. Γιατί τότε θα το κάνουν επειδή τους το πες, επειδή σε φοβούνται, επειδή σε λυπούνται, επειδή σε συμπαθούν. Αλλά είναι λάθος έτσι. Κι ας χρησιμοποιώ τη λέξη λάθος και σωστό πολύ συχνά. Εδώ υπάρχουν άλλοι που χρησιμοποιούν τη λέξη αντικειμενικά πιο συχνά. Πίιισω στο θέμα μας.
Δεν θα σου πω τι να κάνεις. Αλλά θέλω κάτι να κάνεις. Θέλω να είσαι κάπως. Δεν θέλω να είσαι αδιάφορος και βλάκας. Γιατί τότε δεν μπορώ να κάνω παρέα μαζί σου, να δουλέψουμε μαζί για να έχουμε μαζί. Για να έχουμε(,) μαζί, πρέπει να δουλέψουμε(,) μαζί. Για να δουλέψουμε μαζί πρέπει να είμαστε καλά παιδιά. Και να σκεφτόμαστε ότι είμαστε μαζί, όχι μόνοι μας, γιατί τότε δεν γίνεται καλή δουλειά και δεν έχουμε μαζί μετά. Θα έχει μόνο ο ένας. Και αυτό δεν είναι ωραίο, ε;
Δεν θα σου πω τι να κάνεις. Γιατί ο,τι και να σου πω θα είναι μαλακίες. Ή μπορεί να είναι και μαλακίες, που το ξέρεις εσύ; Σωστά, δεν το ξέρεις.
Δεν θα σου πω τι να κάνεις γιατί δεν παίρνεις από λόγια απ’ ότι φαίνεται. Τόσες φορές έχεις ακούσει τόσα πράγματα αλλά δεν έχεις αποφασίσει ότι χρειάζεται να αλλάξεις. Μόνο εμφάνιση αλλάζεις, περιεχόμενο ποτέ.
Δεν θα σου πω τι να κάνεις γιατί, άλλο λέω εγώ, άλλο καταλαβαίνεις εσύ. Εγώ σου μίλησα για ανθρωπιά και συνεργασία, για αγάπη και πειθαρχεία, για αγώνα, για μια ηλίθια κι ανόητη πορεία κι εσύ κατάλαβες για φαί στο τραπέζι(σου), καπελώματα από κόμματα στους αγώνες(σου), μολότωφ, πέτρες και επεισόδια.
Δεν θα σου πω τι να κάνεις γιατί θα έπρεπε να ξέρεις ως τώρα. Οι δικαιολογίες από άβουλα ανθρωπάκια σαν και σένα δεν με συγκινούν, δεν με προβληματίζουν, με θυμώνουν. Με εξοργίζουν. Δεν ξέρω αν θα είμαι εγώ αλλά κάποιος θα δώσει αίμα και ζωή για να ζήσουν καλύτερα άνθρωποι σαν και σένα, για να κάνεις γιορτές ενώ θα έπρεπε να κάνεις αγώνες στη μνήμη τους.
Είπα πως δεν θα σου πω τι να κάνεις και θα κρατήσω το λόγο μου. Επίσης, είπα πως δεν ξέρω αν θα είμαι εγώ αλλά είπα ψέματα.
Δεν θα σου πω τι να κάνεις. Θα σου δείξω.

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Περί συνείδησης και ηθικών αρχών μέρος 2ο συγγνώμες και μετάνοιες



Μετανιώνω.

Το να μετανιώνεις είναι άχρηστο. Ντάξει, όχι άχρηστο, αλλά ποτέ δεν θα φέρει το αποτέλεσμα που ελπίζεις. Για αυτό φτιάχτηκαν οι τύψεις.
Το να μετανιώνεις για κάτι είναι σα να ζητάς από τον άλλον να το ξεχάσει. Αλλά δεν γίνεται ο άλλος να ξεχάσει κάτι που έγινε. Κάτι που έκανες. Κάτι που συνέβη. Το να ζητάς συγγνώμη αφού κάνεις κάτι, είναι επιστημονική φαντασία. Ζητάς να γυρίσει ο χρόνος πίσω και ο άλλος να φερθεί σα να μην έγινε τίποτα. Ζητάς να αλλάξεις το παρελθόν. Ζητάς να αλλάξεις το πώς ο άλλος θυμάται το παρελθόν. Όταν ζητάς συγγνώμη, να ξέρεις, είσαι πάντα μα πάντα ηλίθιος.
Όταν όμως εφευρεθεί το ταξίδι στο χρόνο θα μπορείς να ζητάς συγγνώμη ουσιαστικά. Θα μπορείς να του λες, συγγνώμη που έκανα αυτό και σε πείραξε, και θα σου λέει είσαι μαλάκας, και θα του λες καλά περίμενε, και θα ανάβεις τη μηχανή του χρόνου σου και θα γυρνάς πίσω και δεν θα το κάνεις. Θα έχεις δεύτερες ευκαιρίες συνεχώς κι εσύ όπως και όλοι και κανείς δεν θα μετανιώνει για τίποτα γιατί όλοι θα διορθώνουμε τα λάθη μας και όλοι θα ζούμε ευτυχισμένοι.
Και φυσικά δεν θα δουλέψει αυτό δεν χρειάζομαι εσένα να μου το πεις. Αλλά μπορείς κάποιες φορές να σκέφτεσαι τι θα ήταν ωραίο να συμβεί. Κάποιες φορές είναι ανακουφιστικό να σκέφτεσαι ότι ναι, μπορεί, μπορεί, μπορεί, μπορεί, μπορεί, με μια στο άπειρο πιθανότητες αλλά ποιος ξέρει αν θα είναι αυτή, να πάνε όλα καλά για μια φορά. Χωρίς αλλά.
Δεν θα γίνει ποτέ. Αλλά σκέψου το.
 

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

Η τέχνη του αυτοσχεδιασμού - Βασίλης Σούκας, Γραφικός



Στης Ηπείρου τα χωριά, πολεμάμε σα λιοντάρια.

Αλλά τώρα έχουμε πεθάνει όλοι.

Οι τύψεις με τρώνε ζωντανό.

Άιντε Δέλβινο και Άγιοι Σαράντα. Ώρε θα τα πάρουμε για πάντα.

Δεν τα θέλουμε όμως. Εγώ δεν τα θέλω. Τι να τα κάνω; Να λέω ότι είναι δικά μου; Να τα έχουνε αυτοί που μένουνε να χαίρονται. Και αν θέλουν εμπόριο θα κάνουμε.

Μπήκαν τα λεφτά;                                                       (κλακ! βγήκε κομμάτι)
Και να μπήκαν, πόσα θα ναι;                                       (το παίρνει)
Με 25 ευρώ δουλεύουμε,                                           (το βάζει στην άκρη)
δεν το έχει καταλάβει κανείς;                                      (τραβάει το χέρι του με δύναμη)
Είμαστε ξεφτίλες, όχι ξεφτίλες, ξεφτιλισμένοι           (κάηκε πάλι)
Ξεφτιλιζόμαστε κάθε μέρα.                                        (κλείνει γρήγορα την πόρτα)
Χτες έφτιαξα μια παλέτα που μπορεί να κοστίζει       (να βγει το επόμενο)
όταν πουληθεί μέχρι και 400 ευρώ                             (κόβει τη μπουκαδούρα)
Σε ένα 8ωρο.                                                               (το αφήνει δίπλα να κρυώσει)
Δεν το λέω για κατόρθωμα.                                (δεν μπορεί να μπει έτσι στην κούτα)
Και εγώ για αυτό το 8ωρο πήρα 25 ευρώ.                  (τέλειωσε την κούτα)
Το υλικό να έκανε πόσο;                                             (κλακ! βγήκε κομμάτι)
50 ευρώ;                                                                      (τώρα πρέπει να κάνει γρήγορα)
Και της μηχανής;                                               (να κλείσει την κούτα, να βάλει ετικέτα)
Άλλα 50;                                                                      (να την πάει στην παλέτα)
Το αφεντικό μου έβγαλε 300 ευρώ από μένα              (είναι και βαριά)
Κι εγώ πήγα 25.                                                           (να ανοίξει άλλη, γιατί σε λίγο…)
Εικοσιπέντε.                                                                (κλακ! πάλι κομμάτι)
Μπας και φανούν περισσότερα.                              (τώρα έχει 2 κομμάτια να ετοιμάσει)  
Και εκεί μπορεί να δουλεύουνε και 20 άτομα.            (θα προλάβει όμως)

Δεν έχει και άλλη επιλογή

Και είναι ακόμα 8.30

Θες πιο πολύ να φύγεις ή να μείνεις και να παλέψεις να πληρώνεσαι παραπάνω; Όταν γυρνάς σπίτι σου θες να παλέψεις. Όταν είσαι εκεί θες να φύγεις. Όσο πιο μακριά μπορείς. Θες να έρθουν οι γονείς σου να σου πουν ότι δε χρειάζεται να δουλέψεις άλλο, έχετε λεφτά. Κοιτάς στην πόρτα αλλά δεν έρχεται κανείς. Μόνο το αφεντικό κάποιες φορές να σου πει να κάτσεις υπερωρία. Και που να του εξηγείς ότι το πόδι σου δεν αντέχει άλλο το βάρος σου; Κι ας έχεις χάσει κιλά. Κι ας έχεις πρόβλημα στο δεξί. Κι ας πονάει το αριστερό τώρα. Μετά από 1-2 ώρες δεν έχουν καμία διαφορά.
                Έχει αλλάξει πια όλη σου η ιδέα περί ορθοστασίας. Δεν ήξερες ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Δεν ήξερες ότι μπορεί να σε αναγκάσει κάποιος να κάτσεις 8 ώρες όρθιος συνεχόμενα χωρίς διάλλειμα για νερό. Να που έκατσες όμως. Θα σου έλεγα μπράβο αλλά δεν είναι για χαρές.
                Με κάθε νέα 8ωρο που τελειώνεις οι ιδέες περί συνδικαλισμού, ταξικής πάλης και επαναστατικότητας μοιάζουν λίγο πιο γραφικές. Τώρα επιτέλους καταλαβαίνεις γιατί η εργατική τάξη παραμένει ιστορικά αδικαίωτη που λέει και ο Χάρυ Κλυν. Γιατί πεθαίνει 8ωρο το 8ωρο. Και γιατί με κάθε θάνατο πεθαίνει και η συνείδηση της και η αίσθηση δικαίου και η αίσθηση αλληλεγγύης και ο οποιοσδήποτε προβληματισμός. Αντίθετα, αναβιώνουν όλα τα ζωώδη ένστικτα επιβίωσης, μισανθωπισμού, κτητικότητας.

Μέσα στα σκάτα,
που μυαλό να σκεφτείς ότι έξω έχει
και ήλιο
και ζωή
και φίλους
και αγάπες
και λεωφορεία που περνάνε για το σπίτι σου και όχι μόνο
και δέντρα
και μπορεί και να φυσάει
και έχεις και τηλέφωνο
και φωνή
και όρεξη
και πείνα
και μίσος που αύριο θα ξαναπάς.

Γνωρίζω από πρώτο χέρι ότι κάθε εργάτης είναι και ήρωας. Γιατί κάνει κάτι που μισεί με ανυπέρβλητο πείσμα και δύναμη. Γιατί ενώ ξέρει πως πατάνε στην πλάτη του συνεχίζει να σηκώνει όλο το βάρος της σαπίλας και της εκμετάλλευσης σε ατσάλινη πλάτη. Ακούγονται όλα τόσο γραφικά. Αλλά δεν είναι. Τ’ ορκίζομαι. Και αυτός ο ήρωας, έχει τη δύναμη να καταστρέψει τον κόσμο ολόκληρο και να τον φτιάξει από την αρχή, που λένε. Αλλά τον πήραν από τόσο δα παιδί και του είπαν ότι αν είναι εργάτης είναι και κορόιδο. Γιατί; Γιατί;

Γιατί είσαι κορόιδο αγάπη μου; Όποιος σε κοροϊδεύει και σε εκμεταλλεύεται πάρτον, βάλτον στη 2 που είναι μεγάλη, βάλε το καλούπι με τα κουτιά παγωτού και βγάλε κουτιά με ανθρώπινο δέρμα. Και φάε παγωτό εκεί.

Φάε παγωτό σε κουτί που έφτιαξες εσύ, σε μηχανή που χειρίστηκες εσύ, με παγωτό που έφτιαξες εσύ και οι συνάδελφοι σου, που δεν χρειάζονται πια πρόσθεση ή καμία άλλη πράξη, φάε το παγωτό που σου ανήκει, γιατί δικό σου είναι και το παγωτό και όλα, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να το πάρεις και να το φας.

Και αν σου πουν ότι είσαι αλήτης και άδικος κι εγκληματίας δείξε τους τα καψίματα στο χέρι σου,
τα καψίματα,
τα εργατικά ατυχήματα για 20 ευρώ,
το χαλασμένο σου ποδήλατο που δεν σου φτάνει ολόκληρη δουλειά να φτιάξεις,
το ξεφτιλισμένο σου πτυχίο που είναι για πέταμα,
τα φροντιστήρια που φτιάχτηκαν για όλους εκτός από το παιδί σου απ’ ότι λένε,
το σχολείο που είναι για το παιδί σου και για αυτό είναι ένα μπουρδέλο χωρίς βιβλία,
το νοσοκομείο που σου ζήτησε γάζες και οι γιατροί του δουλεύουν 12 ώρες απλήρωτοι,
δείξε τα σε όλους και αν σε πουν ακόμα άδικο τότε δεν πειράζει, κάποιο πρόβλημα θα έχουν.

Δεν πειράζει ας γίνω γραφικός. Ο κυνισμός μόνο αυτοκτονία έχει να προτείνει. Αυτοκτονία και ξύλο.

Δεν έχω σπίτι πίσω για να ‘ρθω,
ούτε κρεβάτι για να κοιμηθώ
Δεν έχω δρόμο ούτε γειτονιά,
να περπατήσω μια πρωτομαγιά.

θα αποκτήσω όμως

Δεν έχω άγιο για να προσκυνώ
ούτε καντήλι σ’ άδειο ουρανό

και δε χρειάζομαι

Δεν έχω ήλιο ούτε αστροφεγγιά
να τραγουδήσω μια πρωτομαγιά

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

-i-j-i-





Η ζωή είναι φιλεύσπλαχνη. Σε αγαπάει κι εσένα όπως κι εμένα όπως και όλους. Γνωρίζει πως θα τελειώσεις κάποια στιγμή. Αλλά δεν θέλει να στεναχωρηθείς. Θέλει να είσαι εντάξει με αυτό.

Για αυτό και σε προετοιμάζει. Αλλά δεν το προσέχεις χαζέ. Σου δίνεις τόσα τέλη. Τόσες απώλειες συνεχώς. Αλλά εσύ δεν τις προσέχεις. Σου δείχνει κάθε στιγμή πόσο εύθραυστο είναι αυτό που έχεις μπροστά σου. Αλλά εσύ επιμένεις. Και δένεσαι. Και απορείς. Και στεναχωριέσαι.


Όταν τελειώσουμε θα τελειώσουμε με ένα λυγμό όχι με ένα πάταγο. Συνήθως. Αλλά εγώ σκοπεύω αν προλάβω να φύγω με πάταγο.

Όχι, όχι. Αυτό είναι λάθος. Το να φύγεις να και αφήσεις πάταγο είναι ματαιόδοξο. Εγώ θα κάνω πάταγο πριν φύγω. Και ο λυγμός θα έρθει μετά.

Αρκετά για σήμερα! Εδώ θα τραβήξω μια γραμμή.


Σήμερα δούλεψα. Και αύριο δουλεύω. Σιχάματα.

Το θέμα είναι να έχεις αποφασίσει τι θες
ή τι δε θες,
να έχεις αποφασίσει
μέχρι που θα το τραβήξεις
για να το καταφέρεις
ή να το αποφύγεις.

Θα σε καταστρέψω!
Μου ούρλιαξε ο ψηφιακός
δισδιάστατος εχθρός μου.

Πολέμησα γενναία και αποτελεσματικά παρά τις απειλές.

Και τι θα γινόταν δηλαδή αν απέμενα μόνος μου στη Γη;
Θα έκανα πολλές βόλτες αυτό είναι σίγουρο.
Και δεν θα με μαχαίρωναν στο δρόμο,
κι αυτό σίγουρο.
Θα προσπαθούσα να βρω παρέα.
Αμφίβολο.


Όταν θα κουραζόμουν θα πέθαινα
και δεν θα αποχαιρετούσα κανέναν.
Άραγε θα ήταν πιο εύκολο έτσι;
Όταν ξεκουραζόμουν θα γεννιόμουν;
Ή θέλει και άλλον για αυτό;


Μπορείς να πεθάνεις μόνος σου αλλά θες παρέα για να γεννηθείς.