Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Γαμώ το Μάιο. Χωρίς λόγο.

Αχ θεέ μου είμαι τόσο μπέμπης. Και τόσο γκρινιάρης. Και τόσο σπαστικός. Και σκάσε.

Θέλω κι εγώ παγωτό από το περίπτερο Αγίου Δημητρίου και Ιουλιανού γωνία. Και να κατέβω με τις παντόφλες να το πάρω. Και μετά χοτ ντογκ από δίπλα. Και ίσως λίγη βόλτα σε δρόμους που τους ξέρω αλλά όχι βαρετά τέλεια. Και μετά σπίτι. Και ύπνος.

Φέιντ άουτ ρε. Μέσα. Δύο. Βόνταφον.



Αχ φύγε! Έλαααα άσε με ήσυχο για λίγο. Ωραία.

Πως αισθάνονται τα πλάσματα που δεν μπορούν να κάνουν φασαρία; Όλοι για να δηλώσουν την ύπαρξή τους χρησιμοποιούν μια αίσθηση. Κεντρίζουν ένα από τα πέντε κανάλια. Φωνάζουν και τους ακούς. Κινούνται και τους βλέπεις. Σε ακουμπούν και τους νιώθεις. Ιδρώνουν και τους μυρίζεις. Σε φιλούν και τους γεύεσαι. Ή τους γλύφεις, ναι οκ. Πως νιώθουν αυτοί που δεν μπορούν να κάνουν φασαρία; Που δεν μπορούν να κουνηθούν; Που δεν τολμούν να σε ακουμπήσουν; Που το φιλί τους είναι κάτι αδύνατο; Που η μυρωδιά τους είναι αδιάφορη; Υπάρχουν αυτοί; Υπάρχουν δυστυχώς.

Δεν είχα, για αυτό.

Παράτα με.

Άρα με αυτόν που συζητώ τώρα από μέσα μου; Δεν τον ακούω με τα αυτιά μου, δεν τον βλέπω(ευτυχώς), δεν μυρίζει(άσχημα), δεν μπορώ να τον χτυπήσω και δυστυχώς δεν έχουμε φασωθεί ακόμα. Άρα δεν υπάρχει. Σωστά;

Αν το στομάχι μου είχε ζωή, θα του έκανα μια συζήτηση για να σταματήσει να τρώει. Και αν έτρωγα πιο πολύ απ’ όσο θα είχαμε συμφωνήσει, θα ξέρναγε.

Αδιαφορώ, μπορείς να κλείσεις τα μάτια μου και να κοιμηθούμε. Α ναι σωστά δεν μπορείς. Ξεχνώ πως η ζωή μου είναι δική μου(είναι δική μου, είναι δική μου). Και πως είναι τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο είναι, απλά, ένα τριαντάφυλλο.

Γιατί πεινάω.

Αν μπορούσα κι εγώ να γυρνώ το χρόνο πίσω, ίσως να μην το έκανα ποτέ. Ίσως και να το έκανα συνέχεια. Αν γύρναγα το χρόνο συνέχεια δηλαδή θα ήμουν μωρό με τη γνώση ενηλίκου; Δεν θα τρελαινόμουν; Αν γύρναγα το χρόνο μέχρι τη γέννηση μου τι θα συνέβαινε; Θα έδινα συμβουλές στους γιατρούς; Αν τον γύρναγα κι άλλο λίγο; Θα σταμάταγε να γυρίζει προς τα πίσω ή θα σταμάταγα να τον γυρίσω εγώ; Θα γύριζε για πάντα επειδή δεν θα μπορούσα να τον σταματήσω;

Αν σου προκαλεί(προκαλώ) εμετό είναι επειδή είναι(είμαι) σιχαμερό(ς). Αν γίνω έτσι τίνη, σου επιτρέπω να με πληγώσεις. Μέχρι τότε απαγορεύεται.

https://www.youtube.com/watch?v=iRUD2Daz5q8



Ακόμα περιμένω τηλέφωνο από τη γραμματέα σου. Λέω δε μπορεί, τώρα θα με πάρει, τώρα θα με πάρει. Περιμένω να με πάρεις να μου πεις ότι έχει γίνει κάποιο λάθος, ότι δεν ισχύουν όλα αυτά. Ότι όλα έγιναν καταλάθος, ότι κάτι έχω καταλάβει στραβά. «Με συγχωρείτε κύριε Γ. αλλά έχει γίνει κάποιο λάθος, δεν ενδιαφερόμαστε άλλο για αυτά που προσφέρετε. Ευχαριστούμε για το χρόνο σας.» Περιμένω να συνειδητοποιήσεις επιτέλους αυτό που εγώ έχω καταλάβει καιρό: Δεν είναι η κοιλιά μου για τρίψιμο στους κοιλιακούς σου. Ούτε το σκαμμένο μου δέρμα για να συγκρίνεται με (με βαριά ρωσική προφορά) ‘‘το πολύ καλό κουντεπιέ σου’’. Ίσως καθυστερεί το τηλέφωνο επειδή έμπλεξα(και έμπλεξες) στη γραφειοκρατία σου. Με βολεύει, δεν λέω. Το πιο καλόβολο μπλέξιμο, καλή μου. Αλλά κάποια στιγμή θα ξεμπερδευτείς, θα δεις με τα μάτια μου(είμαι ειδικός σ’ αυτό) και τότε αλίμονο μου. Μακάρι να ήμουν έξυπνος σαν και σένα. Αν ήμουν, θα έσκαγα και θα σε άφηνα να βρεις μόνη σου την άκρη. Και μέχρι να τη βρεις θα σου κόλλαγα σα βδέλλα. Σιχαίνομαι όμως τα παράσιτα. Ίου.

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

https://www.youtube.com/watch?v=haw11mlWMik



Όλο ψάχνω καινούργιες λέξεις. Μου φαίνεται πρέπει να βελτιώσω το λεξιλόγιο μου. Το παρόν σίγουρα δεν φτάνει για να περιγράψει αυτά που βλέπω. Λέω όλο τα ίδια, όλο τις ίδιες λέξεις. Μπλα μπλα μπλα μπλα. Αυτό ακούω. Οι λέξεις μου χάνουν το νόημα τους μπροστά σου. Δεν φτάνουν να περιγράψουν, δυστυχώς. Όταν δεν μιλάω, πολλές φορές είναι γιατί ψάχνω κάποια λέξη να φτάνει το επίπεδο που θέλω και βλέπω. Αλλά δεν βρίσκω.

Αρκετά με τις φλωριές.

Κράτα το χέρι(πτερύγιο) μου. Γιατί σε λίγο θα χαθούμε, εδώ έχει πολύ κόσμο. Και αντί να κάνουμε αυτό που ήρθαμε να κάνουμε, θα καταλήξουμε να ψάχνουμε ο ένας τον άλλον.

Και τι ήρθες να κάνεις;

Νέοι και άγριοι και ελεύθεροι.

Σχεδόν τίποτα από τα τρία.

Ήταν καλό πάρτυ. Νεανικό. Αλλά εμείς φεύγουμε από τη θέση του βασιλιά. Σύντομα θα δώσουμε(αν δεν την έχουμε δώσει ήδη) την κορώνα του ανθρώπινου είδους στους επόμενους κι εμείς θα καταντήσουμε απλοί ακόλουθοι, υποτακτικοί, να δίνουμε συμβουλές, να κριτικάρουμε, να γελάμε με την αποτυχία των άλλων, ελπίζοντας να μη γίνουν καλύτεροι βασιλιάδες από μας γιατί τότε, τότε θα πρέπει να ντραπούμε και να αναλογιστούμε αν κάτι δεν κάναμε καλά, αν έπρεπε να προσπαθήσουμε πιο πολύ. 

Η βασιλεία μας κρατά πολύ λίγο όμως. Λίγα χρόνια. Δεν προλαβαίνεις. Σε τόσα λίγα χρόνια που να μάθεις αυτά που πρέπει να μάθεις, που να χρησιμοποιήσεις τη γνώση που έμαθες, που να τη χρησιμοποιήσεις σωστά τη γνώση που έμαθες, που να χρησιμοποιήσεις σωστά τη γνώση που έμαθες αν δεν έμαθες τίποτα τελικά; Που να προλάβεις να μάθεις; 

Κάψε τη σκιά μου.

Δεν τη χρειάζομαι.

Μήπως πρέπει να κάνουμε πραξικόπημα; Μήπως να αρνηθούμε το χρίσμα στους διαδόχους μας; Είναι μικροί και άμαθοι. Όπως ήμασταν κι εμείς(ήταν ε;). 

Μπλέιντ, είσαι έτοιμος να πεθάνεις;

Γεννήθηκα έτοιμος καριόλη.

Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

I'm going in for the kill, i'm doing it for a thrill, i'm hoping you'll understand



1.  https://www.youtube.com/watch?v=bCdH5g6YgQM

Ακόμα φωνάζουν κάτω. Μόλις τελείωσε αυτό που θα έμενε γνωστό ως ο σεισμός του ’13. Η μάνα μου ουρλιάζει να κατέβω. Της απαντάω πως κατεβαίνω, ουρλιάζοντας κι εγώ. Κοιτάω εδώ και ώρα σαν υπνωτισμένος το τζάμι της μπαλκονόπορτας μου. Έχει ραγίσει από το σεισμό και φαίνεται πολύ εντυπωσιακή. Αλλά δεν την κοιτάω εντυπωσιασμένος, την κοιτάω απογοητευμένος. «Μετασεισμοί!» σκέφτομαι και το ενδιαφέρον μου ανανεώνεται. Μια μικρή δόνηση αρκεί(πρέπει να αρκεί!) για να σπάσει επιτέλους το τζάμι. Η μπαλκονόπορτα μου βρίσκεται δίπλα στο κρεβάτι μου, στο οποίο είμαι ξαπλωμένος και περιμένω. Υπολογίζω ότι τα γυαλιά θα προσγειωθούν στο μεγαλύτερο μέρος τους στο κρεβάτι αλλά δεν ανησυχώ μην κοπώ, δεν θα πέσουν δα και με τόση δύναμη. Ξαφνικά ακούω δυνατό rnb από το δρόμο(μένω στη Θηβών) και βρίζω πάλι τον τυχαίο μαλάκα που(μετά από σεισμό, φαντάσου)αποφάσισε να βάλει τέρμα τα πανάκριβα ηχεία του και να βγει να μας πρήξει τον πούτσο. ΚΡΑΤΣ! Και αρχίζω να γελάω σαν τρελός! Δεν χρειάζεται πια σεισμός! Αρκεί ο μαλάκας και το υπερβολικό μέχρι αηδίας μπάσο του. Δεν πειράζει, σκέφτομαι, η δουλειά μου έγινε. Και αρχίζω να ψάχνω στο κρεβάτι να βρω αυτό που χρειάζομαι. Δεν χρειάζεται να ψάξω πολύ. Όντως τα γυαλιά είναι μικρά αλλά, ευτυχώς, βρήκα ένα μεσαίου μεγέθους, σχετικά μακρόστενο, που θα μου κάνει τη δουλειά μου μια χαρά. Το σηκώνω, παίζω λίγο με την αντανάκλαση του πάνω στον απογευματινό ήλιο και αρχίζω. Αλήθεια, η μαμά μου που με ήθελε γιατρό, θα ήταν περήφανη. Χειρούργος! Το παίρνω στο καλό μου(το δεξί) και αρχίζω γρήγορα. Ή γρήγορα ή καθόλου, σκέφτομαι. Χλατς χλατς, δυο κοψίματα στο ύψος του καρπού, αμέσως άλλα δύο στον αγκώνα και μετά μια όμορφη λεωφόρος(η Θηβών!) ανάμεσα. Αλλάζω χέρι και ξαναρχίζω, λίγο πιο αργά τώρα(κωλοαριστερό). Ευτυχώς δεν χάνω το κουράγιο μου. Με το που τελείωσα τα κοιτάω. Φαίνονται ωραία, το κοψίματα είναι σωστά, δεν πονάνε, σχεδόν. Ααααααχ, απόγευμα, ήλιος μαγιάτικος και όλοι να λείπουν. Παράδεισος.

2.  https://www.youtube.com/watch?v=tvCXqmYzREo

Όταν άρχισε η φωτιά στο κτίριο του υπουργείου οικονομικών ήταν ώρα αιχμής. 12 το μεσημέρι, Τρίτη, μετά από τριήμερο. Της πουτάνας το κάγκελο γινότανε. 5ος όροφος, εξυπηρέτηση επιχειρήσεων με χρέη στο κράτος. Η ουρά μέχρι τα ασανσέρ. Μέσα σε αυτή την ουρά έβλεπες λογής λογής τυπάδες. Άλλοι ίδρωναν, άλλοι με έκφραση αποφασιστικότητας, άλλοι πανικοβλημένοι. Ένας μόνο ήταν ήρεμος. Ήξερε πως δεν την γλυτώνει τη φυλακή. Είχε φροντίσει να αποκλείσει λοιπούς συγγενείς από τα χρέη και τώρα απλά ερχόταν να δηλώσει πόσο δεν έχει να πληρώσει και να του κάνουν ο,τι είναι να του κάνουν. Η γυναίκα του την προηγούμενη του είχε δηλώσει ξεκάθαρα: «Με εγκληματίες εγώ δεν θέλω πάρε δώσε. Πήγαινε αύριο, τακτοποίησε ο,τι είναι να τακτοποιήσεις και μην ξαναγυρίσεις. Αρκετά μας έφαγες τη ζωή». Τα παιδιά του δεν τα χαιρέτησε. Θα τα έπαιρνε κάποια στιγμή όταν ηρεμούσαν τα πράγματα, σκεφτόταν. Απλά ντρεπόταν ο καημένος. Αλλά λέγαμε για τη φωτιά. Δυστυχώς για κάποιους, η φωτιά δεν άρχισε από τον πέμπτο. Άρχισε από τον από κάτω όροφο. Πριν καν καταλάβουν τι συμβαίνει, όλοι όσοι ήταν στον πέμπτο και τον έκτο όροφο ήταν αποκλεισμένοι. Όταν άρχισε ο καπνός να γεμίζει τον όροφο, κάποιοι άρχισαν να ουρλιάζουν από τα παράθυρα στις πυροσβεστικές από κάτω να βιαστούν. Λες και χρειάζονταν υπενθύμιση! Αλλά είχαν 2 ορόφους κόλαση να περάσουν μέχρι τον πέμπτο. Η φωτιά σε αυτά τα ψευτοκτίρια απλώνεται σαν… ε, σαν φωτιά! Πολύ πριν προλάβουν να αντιδράσουν οι πυροσβέστες, οι άνθρωποι του πέμπτου είχαν αρχίσει να πνίγονται. Και άρχισαν φλόγες να εμφανίζονται στις σκάλες, σε φωταγωγούς και να εξαπλώνονται και στα γραφεία γύρω. Εκεί κοντά ήταν που άρχισαν όλοι να τρελαίνονται. Όσο κι αν φώναζαν από κάτω να μείνουν όλοι ψύχραιμοι, ήταν δύσκολο. Δεν πήρε πάνω από 10 λεπτά μετά να αρχίσουν να πηδάνε από τα μπαλκόνια. Όλοι όσοι διατηρούσαν τα λογικά τους είχαν στριμωχτεί στα παράθυρα για να αναπνέουν όσο μπορούν τον φρέσκο αέρα απ’ έξω. Ο υπερχρεωμένος μας φίλος κοιτούσε κάτω. Πάντα του άρεσαν τα ύψη. Σκεφτόταν, όχι τη φωτιά, όχι το πόσο πνιγόταν. Τη γυναίκα του. Που δεν του φώναζε επειδή τον μισούσε αλλά επειδή φοβόταν. Φοβόταν ότι θα καταλήγανε φτωχοί και άστεγοι όπως τόσοι γύρω από την είσοδο του σπιτιού τους, που θα βάζανε τα παιδιά τους να δουλεύουν δούλοι για να έχουν να τρώνε και θα πηγαίνανε σε κάποιο ετοιμόρροπο σπίτι απλώς και μόνο για να μη βρέχονται το χειμώνα. Δεν την κατηγορούσε που σκεφτόταν έτσι. Αυτή όμως γιατί κατηγορούσε αυτόν; Ήξερε ότι δεν έφταιγε αυτός για αυτό που συμβαίνει. Και πήδαγε κόσμος από τα παράθυρα. Και φώναζαν από κάτω να μείνουνε ήρεμοι. Και τελικά πήρε και αυτός θέση, κάνοντας ότι θέλει να είναι πιο κοντά στον καθαρό αέρα γιατί ντρεπόταν. Στάθηκε όρθιος και χαμογέλασε. Δεν τον κοίταζε κανείς. Είκοσι δευτερόλεπτα αφότου έσπασαν την πόρτα οι πυροσβέστες, πήδηξε. Στο τσακ δεν τον έπιασαν να τον τραβήξουν. Πριν πηδήξει τρεμούλιασε λίγο το χαμόγελο του. Πολύ λίγο.

3.  https://www.youtube.com/watch?v=7pl2L-ldozI

Έχει αρχίσει να παίρνει αυτά τα χάπια ένα μήνα τώρα. Δεν είναι για κάτι σοβαρό αλλά υπήρχε μια παρένθεση που δεν της έδωσε κανείς σημασία: «Να μην χρησιμοποιείται από άτομα με ιστορικό κατάθλιψης». Αυτός το διάβασε αλλά δεν ασχολήθηκε. Σιγά μην τον επηρέαζαν. Κάθεται τώρα σε μια τουαλέτα, σε ένα μπαρ κάπου στην Αθήνα, παίζοντας, περνώντας το μαχαίρι του από το ένα χέρι στο άλλο. Κάτι του θυμίζει αυτή η κίνηση αλλά δεν του ‘ρχεται. Και παίζει με το μαχαίρι. Μια τη λαβή στο δεξί, μια στο αριστερό. Σκέφτεται παράλληλα. Σήμερα το απόγευμα. Είχαν μόλις τελειώσει να τρώνε με την κοπέλα του στο σπίτι της μάνας του. Με την πρώην κοπέλα του, μάλλον. Της είπε: «Θέλω να μοιραστώ τη ζωή μου μαζί σου». Ποτέ δεν ήταν εκδηλωτικός. Για αυτό ίσως και να παραξενεύτηκε. «Πρέπει να έχεις ζωή για να τη μοιραστείς με κάποιον», του απάντησε. Και έφυγε. Αλλά όχι… Πιο πριν, κάτι είχε γίνει με το μαχαίρι… Χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα. Ξαφνικά θυμήθηκε! Ήταν μια φράση που λέει η γιαγιά του πάντα. 

Απλώνει το χέρι.
-Γιαγιά μου δίνεις το μαχαίρι;
-ΙΙΙΙΙ ποτέ χέρι με χέρι το μαχαίρι παιδί μου! Θες να μαχαιρωθούμε;

Αυτό ήταν! «Θεέ μου τι αστείο!» λέει στον εαυτό του και καρφώνει τη λεπίδα στο θώρακα, λίγο αριστερά. Εκεί που πρέπει ακριβώς. Δεν βρίσκει δύναμη να ξαναβγάλει το μαχαίρι. Νιώθει πως πρέπει να το ξανακαρφώσει, να σιγουρευτεί, δεν θέλει να τον βρουν εδώ μέσα στα κάτουρα και τα σκατά και να ξυπνήσει αύριο σε ένα νοσοκομείο με τους φίλους του να τον κοιτάνε στραβά. Αυτή είναι η τελευταία του σκέψη. Πρέπει να το βγάλει, να το ξανακάνει. Πρέπει να την τελειώσει τη δουλειά. Αυτή είναι η τελευταία του σκέψη. Είναι λίγο θλιβερό.

Κυριακή, 5 Μαΐου 2013

Κάθε μέρα και λιγότερο



Πρέπει να παλέψουμε. Διεκδίκησε. Ταξική πάλη. Συνειδήσεις. Ριζοσπαστικοποίηση-αντιδραστικοποίηση. Τεμπέλης. Άχρηστος. Φασίστες ρε. Σοσιαλισμός-κομμουνισμός. 470 ευρώ βασικός μισθός. ΕΓΣΣΕ. Κουπόνι; Ενίσχυση. Πορείες. Περιφρουρείται. Οργάνωση. Το Κόμμα. Εγώ διαφωνώ. Κόκκινη γραμμή. Εργατική. Τάξεις. Μικροαστός. Κρέμασμα. Αστική διαχείριση. Στάλιν. ΔΣΕ. Χρυσή Αυγή. Ποσοστά. Δημοσκοπήσεις. Κριτική στα όργανα. Συνέδρια. Επιτροπές. Εξαθλίωση. Ο Σύριζα ανεβαίνει. Αναρχικοί. Σπασίματα. Πάρκο. Σημαίες. Δίκη. Αφίσες. Πανεπιστήμια. Νεολαία. Ελπίδες. Φωτιά. Σινεμά. Μίντια. Νεκροί. Πλήθη. Αντίδραση. Ψέμματα. Αλήθεια. Διάβασα στην εφημερίδα. Είδα στο ίντερνετ. Ναι θα κατέβω. Πολύ ζέστη. Σκαθάρια στο σπίτι. Κατσαρίδες απέναντι. Βάζουν τον ύμνο κάθε πρωί. Θα τις πατήσουμε όμως. Θα τους φάμε. Θα τον κρεμάσω. Σκοτωμοί. Σεισμοί. Εκτελέσεις. Αυτοκτονίες. Πονάω. Πεινάς. Φοβάται. Δεν έχουμε σπίτι. Δεν έχετε λεφτά. Δεν έχουνε μέλλον. 

Κανείς τους.

Άνεργος ή φοιτητής; Ή και τα δύο; Τεμπέλης ή κορόιδο; Άχρηστος ή συμβιβασμένος; Αδιάλλακτος ή σκλάβος;

Πεινάς ή σε τρώνε; Δουλεύεις ή είσαι δούλος; Πληρώνεσαι ή πληρώνεις τη ΔΕΗ; Η μαμά σου τι κάνει; Τα πληρώνει τα φάρμακα της; Τις μπύρες σου;

Ο μπαμπάς σου; Δουλεύει ή κάθεται;

                Να μη δουλέψω; Και τι να κάνω αφού έχω ανάγκη. Έχεις ανάγκη ή δεν έχεις πια ανάγκες αναγκαστικά; Αναγκάζεσαι να ζήσεις έτσι ή πέφτεις σε ανάγκη;

                Πόσα λεφτά βγάζω; Όσα είναι να βγάλω. Λες ευχαριστώ;


                Παπούτσια αγοράζεις ή πονάνε τα πόδια σου; Στο γιατρό πήγες; Ραντεβού να κλείσεις. Επείγοντα δεν πας ε; Θα περιμένεις πολύ ε; Κωλογιατροί ε;

                Τους έβρισες; Τους μούτζωσες; Τους πέταξες πέτρες; Πήγες έξω από τα παράθυρα τους; Δεν φταίνε αυτοί; Ποιος φταίει;

                Απελπίζεσαι ή αγωνίζεσαι; Έχει αποτέλεσμα ή το κάνεις για να αισθάνεσαι καλύτερα; Πολεμάς ή λουφάζεις ρε;

                Σε ταίζουν ή τους ταίζεις; Δίνεις ή παίρνεις; Ή κάνεις και τα δύο; Στην κοινωνία προσφέρεις; Με ποιο τρόπο; Σε ποια κοινωνία;

                Είμαι μαλάκας μου φαίνεται.

                Πανικοβλημένοι όλοι, τρέχουν όλοι, φοβούνται όλοι, και αχ και ουχ και μη και πεινάω και δεν έχω λεφτά να πάρω καινούργια ρούχα και δεν έχω λεφτά να βγω έξω και δεν έχω λεφτά να πληρώσω το ρεύμα και θα γίνουμε Αφρική και θα γίνουμε Ζουλού και θα τρώμε ο ένας τον άλλον και θα μας σκοτώσουν οι χρυσαυγίτες και θα μας κατεβάσουν κι άλλο το μισθό και δεν θα βρίσκουμε δουλειά και θα κλαίμε και μπουχουχου.

                Για αυτό να προσέχουμε, να έχουμε το κεφάλι κάτω, να συμβιβαστούμε γιατί δεν γίνεται αλλιώς, κανείς δε θα δώσει λύση οπότε ας διαλέξουμε το μικρότερο κακό, να τη βγάλουμε και φέτος, να γλυτώσουμε όσα λεφτά μπορούμε, να κρατήσουμε τη δουλίτσα μας, να γυρίσουμε στο 2000, να φύγει ο κλέφτης ο Σαμαράς, να έρθει άλλος κλέφτης που θα κλέβει λιγότερο φανερά, δεν θέλουμε αλλαγές, να πάμε εκεί που θα έχουμε να φάμε κι ας είναι και στην κόλαση, να πατήσουμε σε πτώματα αν είναι να μείνουμε εμείς ζωντανοί κι εγώ, μην ξεχνάς, δεν ξέρω τι λέω, είμαι μικρός, είμαι ρομαντικός κι ανώριμος, άχρηστος και τεμπέλης που βαριέται να δουλέψει, θα θέλω να αλλάξω τον κόσμο μέχρι να γίνω (το πολύ) 25, μετά θα βαρεθώ, θα πω πως ήμουν χαζός και θα ψάξω να πατήσω στο λαιμό σου μπας και τη βγάλω και ούτε που θα μου λένε κάτι οι λέξεις της αρχής. Θα τις διαβάζω στων μεγαλοεκδοτών τα όμορφα αποσπάσματα και θα γελάω και καλά πικρά, θα λέω στους μικρούς να σοβαρευτούν, θα τους εξηγώ τις στρεβλές μου απόψεις για αντικειμενικά σωστές και όποτε με πιάνουν τύψεις και νοσταλγία θα… Δεν ξέρω τι θα κάνω τότε γιατί μάλλον δεν θα με πιάνουν ποτέ τέτοιες αηδίες.