Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Έφτασε Αύγουστος και ακόμα δεν έχω τίποτα να φορεσω


Το μόνο που θέλω είναι να κάθομαι σπίτι. Να βλέπω σειρές στην τηλεόραση(όχι στο πισι γιατί πονάνε τα μάτια μου από τις πολλές ώρες), να τρώω και να χοντραίνω, και να κοιμάμαι. Αντ’ αυτού ξυπνάω το πρωί με 3 ώρες ύπνο να πάω να φτιάξω χαρτιά για να πιάσω δουλειά που δεν μ’ αρέσει, ενώ δεν έχω όρεξη να δουλέψω, για να βρω λεφτά να μην ξέρω τι να τα κάνω. Και συνεχίζω κάπως να ζω. Με κακές προοπτικές που τις κάνω ακόμα χειρότερες. Περιμένω να πεθάνει ο παππούς μου για να μην αισθάνομαι άσχημα που δεν πάω να τον επισκεφθώ. Και είναι λες και είμαι ο χειρότερος άνθρωπος ξανά. Αλλά δεν αισθάνομαι έτσι. Απλά αισθάνομαι μόνος μου. Μόνος μου και άσχημα. Αλλά τη μοναξιά την αντιμετωπίζεις. Και το να είσαι κακός. Κάπως μαθαίνεις να ζεις έτσι. Με την απογοήτευση δεν ζεις. Το ισχυρότερο όπλο λένε στον πόλεμο είναι το ψυχικό σθένος, η καλή ψυχολογία. Εγώ πολεμάω άοπλος και η ήττα είναι ήδη προδιαγεγραμμένη. Όχι ήττα. Πανωλεθρία. Έχω ήδη διατάξει υποχώρηση να μπορώ να ξαναοργανωθώ ώστε να αντεπιτεθώ με νέα όνειρα, με νέες διαθέσεις και προοπτικές. Αλλά πίσω μου είναι η θάλασσα και ένας γκρεμός που δεν τον ονομάζουν τυχαία οι στρατιώτες μου θάνατο. Η μόνη επιλογή είναι να βάλω την πλάτη μου στη θάλασσα, να σκαλίσω στην ασπίδα μου ότι ελπίδα έχει μείνει και να την βάλω μπροστά μου. Και να τη στηρίξω με ότι έχω. Και να αφήσω τις ορδές των απογοητεύσεων, των προβλημάτων, των λαθών, όλων όσα με κυνηγούν να μου πάρουν το κεφάλι, όχι επειδή έκανα κάτι κακό αλλά επειδή έτσι συμβαίνει, να πέσουν πάνω της σαν κύματα 10 μέτρων, σαν τη θάλασσα που θύμωσε επειδή υπάρχουν ακόμα βράχοι που αντιστέκονται στον θρυμματισμό που προκαλεί. Και αν αντέξω καλώς. Αν όχι πάλι καλώς. Δεν υπάρχει κάποιος μεγάλος πόλεμος να κριθεί από αυτή τη μάχη. Ευτυχώς ή δυστυχώς. Είσαι μόνος σου και πολεμάς. Όλοι δίνουν μάχη αλλά κανείς δεν μπορεί να βρει συμμάχους. Πολεμάς και πολεμάς και πολεμάς χωρίς τέλος. Μη θυμώνεις. Μην χάνεις το θάρρος σου. Γίνεται ότι γίνεται. Δεν αλλάζει ούτε ήταν κάπως αλλιώς κάποτε. Είναι ταυτόχρονα και αισιόδοξο και απαισιόδοξο.